105 χρόνων μαγαζί, «Το κοτόπουλο». Είμαστε με τον Πρόεδρο Συνταξιούχων Ελλάδος, του πολιτικού κόμματος «Νέα Δομή», Γκαμπέτα Νικόλαο. Μετά από τόσα χρόνια δουλειάς, πως βλέπετε τον κόσμο; Έχει αλλάξει καθόλου; Όχι. Εγώ έχω μπει στη δουλειά από 10 χρονών. Στα πρώτα 50 χρόνια είχε σεβασμό ο ένας στον άλλο. Δεν ξέραμε τι θα πει «επιταγή», τι θα πει «διαμαρτύρηση», τι θα πει «κάρφωμα της επιταγής». Υπήρχαν μόνο τίμιοι άνθρωποι που κάναν επαγγελματικές δουλειές. Μπορούσες να έχεις εμπιστοσύνη σ’ έναν άλλο επαγγελματία∙ επαγγελματίας σε επαγγελματία. Σε εμένα έρχονταν όλη η Λάρισα και στα μαγαζιά που άνοιξα έρχονταν άνθρωποι γνωστοί, οι οποίοι είχαν δουλειές. Σας λέω ότι, αυτός εδώ ο χώρος είχε όλη τη λαχαναγορά της Λάρισας. (Ο δρόμος όπου γίνεται η συνέντευξη). Κι αυτός όλος ο κόσμος, έτρωγε στο μαγαζί το δικό μου. Όλος ο κόσμος. Δεν υπήρχε άνθρωπος να πει «δε μ’ αρέσει ο Έλατος». Γι’ αυτό, η ιστορική γνώμη της Λάρισας ήταν ότι έκανα πολύ ωραία φαγητά. Είχαμε τους καλύτερους μαγείρους που είχε η Λάρισα, 5 μαγείρους. Κι όλοι αυτοί, φέρναν τα προϊόντα στο μαγαζί να τα μαγειρέψουν, και τρώγαν πρώτα αυτοί κι ύστερα όλη η Λάρισα. Καταλαβαίνεις τώρα τι γίνεται; (Αναπολεί και γελάει γλυκά) Όταν άνοιξα εκεί που είμαι τώρα, Πανός 14, ήταν 7 ψητοπολεία. Μόλις ακούσανε ότι πήρα ένα μαγαζί εκεί πέρα, κλείσαν την άλλη μέρα 7 μαγαζιά. Τέτοια μαγαζιά. Κάνε τώρα με το μυαλό το δικό σου σκέψεις, τι πάθαν όλοι οι άνθρωποι! 30 χρόνια μαγαζιά, και κλείσαν όλα τα μαγαζιά σε μια βδομάδα! Δεν είναι τυχαίο το γεγονός.
Άρα, η ποιότητα τα έβαλε κάτω; Τίποτα. Κι αυτή τη στιγμή συνεχίζουν μ’ αυτή, μ’ αυτή την τρέλα που μας δέρνει. Κι έβαλα και τρία παιδιά μέσα στη δουλειά αυτή. Ο ένας είναι δικηγόρος αλλά κι αυτός δουλεύει στο μαγαζί το καινούργιο.
Πως μπορείτε και συνδυάζετε το ψητοπωλείο με το μαγαζί των ηλεκτρικών ειδών; Εκεί ήμουν εγώ προσωπικά. Συνεργαζόμασταν με την ELCO, Βαγιωνής, ESKIMO, PHILIPS, κι όλες αυτές ήταν αποκλειστικές εταιρίες. Δεν υπήρχε περίπτωση να πουν άλλον άνθρωπο να τον βάλουν. Ζητούσαν όλα τα χρόνια άλλοι άνθρωποι να μπουν μέσα στη δουλειά, και λέγαν «έχουμε άνθρωπο για τη Λάρισα».
Και τόσοι μισθοί που μπαίνουν σήμερα μέσα σε μία οικογένεια, ενώ παλιά έμπαινε ένας κι ήταν όλα μια χαρά; Τότε ήταν όλα μια χαρά και δεν έφευγε κανένας. Δεν έφευγαν ούτε οι υπάλληλοι απ’ το μαγαζί. Και τώρα, δεν ξέρουμε αν υπάρχει άνθρωπος ή υπάλληλος να’ ρθεί να δουλέψει στο μαγαζί αυτό.

Θα μου πείτε και κάτι άλλο, στη μνήμη του πατέρα μου που είσαστε φίλοι: Τότε, γνώριζε ένας άντρας μία γυναίκα, την έβλεπε και την παντρεύονταν. Τώρα ζουν μαζί, ξαναζούν μαζί, περνάν τα χρόνια, γνωρίζει ο ένας τον άλλο και τέλος δεν γνωρίζονται. Γιατί γίνεται αυτό; Να σου πω; Εγώ παντρεύτηκα στα 23 χρόνια. Τη γυναίκα που έχω, την έχω τώρα 80 χρόνια και δεν μ’ αλλάζει ούτε με σφαίρες.
Τότε γιατί ο άντρας ήταν τίμιος και παντρεύονταν τη γυναίκα και τώρα όχι; Τι ψάχνει; Δε μπορώ να απαντήσω εγώ σ’ αυτό.
Γιατί άλλαξαν οι σχέσεις; Γιατί δεν σέβονται οι άντρες, πρώτον τις γυναίκες που έχουν μαζί τους. Κι οι γυναίκες δεν σέβονται τους άντρες.
Γιατί δεν τους σέβονται; Τους βλέπουν σαν χρήματα. Πως θα τον γελάσεις βρε τον άνθρωπο, όταν επί 100 χρόνια, καμία εταιρία απ’ όλες τις εταιρίες που έχει αυτός ο άνθρωπος, δεν άλλαξαν ούτε οι εταιρίες ούτε ο άνθρωπος αυτός τις εταιρίες; Θα μου πεις… με τη γυναίκα σου πως διάολο έζησες μαζί τόσα χρόνια; Είναι απλό, απλό. Τόσο απλό που… όταν σέβεσαι τον εαυτό σου και τη γυναίκα σου, σέβεσαι όλο τον κόσμο. Έτσι ακριβώς δημιουργούμε μέρα με τη μέρα, κι έτσι βλέπουμε τα πράγματα πως δημιουργούνται οι άνθρωποι. Ασχολούμεθα και με τον αθλητισμό. Ήμουνα Πρόεδρος στον «Άρη». Άρης λεγόταν η ομάδα η ποδοσφαιρική, Αλλά δεν είναι αυτό μόνο. Το να γίνεις πρόεδρος σε ομοσπονδίες επαγγελματιών και βιοτεχνών, δεν είναι εύκολο πράμα. Δεν είναι εύκολο να βρεις τον κάθε άνθρωπο και να του πεις ό,τι θέλεις εσύ. Γιατί, για να είσαι σε εκείνη τη θέση, έχεις 50, 100 ανθρώπους, επαγγελματίες διαφόρων ειδών που σε συναγωνίζονται και… δεν σε χωνεύουν, και δεν σε πιστεύουν σε τίποτα∙ άντε κάντους εσύ δικά σου όργανα. Μη νομίζεις λοιπόν, επειδή λέμε ότι κάναμε σε πολλά είδη. Δεν τα κάναμε τυχαία.
Υπήρχε στόχος και πρόγραμμα. Σωστά; Μα άμα δεν έχεις αυτό το πρόγραμμα, δε μπορείς να επιτύχεις. Εσύ Έφη που έκανες και μαθήτρια, είδες καμία να πετύχει χωρίς πρόγραμμα; Κανένας. Κι εδώ έτσι γίνονται. Μη νομίζεις ότι είναι αλλιώς. Αλλά πρέπει και να το δεις ζωντανό αυτό που θες. Εγώ το είδα ζωντανό.
Το οραματιστήκατε; Ήταν σα να το ξέρατε; Ναι. Κι όταν λέω πως να φτιάξει κάποιος το μαγαζί του, δεν καταλαβαίνουν τι λέω. Ελληνικά μιλάω; Εγγλέζικα μιλάω; (Γελάει με την καρδιά του). Εγώ έκανα 10 μαγαζιά και τρελάθηκε όλη η Ελλάδα. Και το ένα είναι 100 χρόνια. Ε πως έζησε αυτός ο Έλατος 100 χρόνια; Το είχε ξεκινήσει ο παππούς μου, Γκαμπέτας Θεόδωρος. Κι ο παππούς κάποια στιγμή πέθανε. Αυτό το μαγαζί έζησε με 100 χρόνια πρόγραμμα. Αν το έβλεπες πως ήταν, θα’ λεγες, «τρελός είναι αυτός ο άνθρωπος; Τι έκανε εδώ πέρα;». Πρόγραμμα… τεράστιο πρόγραμμα.
Δηλαδή πως το εννοείτε; «Θα κάνω αυτό, θα πάω εκεί, θα κάνω το άλλο;» Έστω κι αυτό. Είμαι 90 χρονών. Θα ζήσω 100 χρόνια; Θέλω, να καταλάβετε κι εσείς, ότι από μένα παίρνετε κάτι.
Ήσασταν αυθόρμητος άνθρωπος; Ε ναι! Όλα τα χρόνια. Δεν υπάρχει το αύριο γιατί δεν υπάρχουμε κι εμείς αύριο. Εγώ σπούδαζα σε ιδιωτικά σχολεία. Λύκειο Λάρισας, Λύκειο Μπόκαρη…

Τη λεπτομέρεια τη δίνατε σημασία; Υπάρχουν άνθρωποι, που μήνες ολόκληρους κολλάνε σε δυο τρεις λεπτομέρειες στη δουλειά και δεν παν μπροστά. Γιατί; Γιατί δεν έχουν μυαλό. Το μυαλό, είναι ένα δημιουργικό μηχάνημα που δημιουργεί ανά δευτερόλεπτο, βρίσκει καινούργιες λύσεις. Άμα δεν δημιουργεί καινούργιες λύσεις, είναι πεθαμένος. Εσύ Έφη, χαίρεσαι μια ζωή και μια ζωή θα χαίρεσαι, γιατί δημιουργείς πάντοτε καινούργιες καταστάσεις. Κι αυτό είναι δημιούργημα του μυαλού. Αφού γνωρίζεις καινούργιους ανθρώπους, δημιουργείς και καινούργιες καταστάσεις. Γιατί είπα ότι θα χαίρεσαι μια ζωή; Αφού χαίρεσαι καινούργια πράγματα και καινούργιους ανθρώπους, δημιουργείς καινούργιες καταστάσεις. Ποιο είναι το πρόβλημα; Απλά είναι. Θα σας ξαναδούμε;
Εννοείται! Σας υπόσχομαι.

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για το LOVE NEWS, η Δημοσιογράφος Έφη Πασχάλη

